PDF Εκτύπωση E-mail

Στην Πόθια τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.  Από τον Γιάννη Θ. Πατέλλη

Είναι ωραία να ξαναγυρίζεις «οίκαδε», στην πόλη σου την Πόθια, έστω και μετά από ολιγοήμερο ταξίδι. Κι ακόμα πιο ωραία να την αντικρίζεις, μέσα από τις θυσανωτές ηλιαχτίδες του πρωινού γαλάζιου, καθώς το  πλοίο πλησιάζει το λιμάνι. Εντυπωσιάζεσαι εσύ ο ίδιος, ένοικός της πάνω από μισό αιώνα, από τον πολύχρωμο οικιστικό πίνακα που σε καλωσορίζει.  Χείμαρρος από σπίτια, το ένα μέσα στο άλλο, το ένα δίπλα στο άλλο, να ξεκινούν από την προκυμαία, να κατακλύζουν την κοιλάδα, να σκαρφαλώνουν στα Μαράσια και να απλώνουν το πολύχρωμο χαλί τους προς το ανηφορικό βάθος όπου υψώνεται το Χωριό και το Μεγάλο Κάστρο.

Βαδίζεις στη σημερινή προκυμαία και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πόσο πολύ και πόσο γρήγορα άλλαξε, κι’ αυτή και το λιμάνι. Εντυπωσιακά απομεινάρια, ο επιβλητικός Άγιος Νικόλαος και η Μητρόπολη του Χριστού, ευλαβικά αφιερώματα σφουγγαράδων και ναυτικών που πρωτοκατοίκησαν την Πόθια. Ξεχωρίζουν ακόμα τα κτίρια  Επαρχείου, Λιμεναρχείου και Δημαρχείου με την πολυσύνθετη αρχιτεκτονική όψη, λείψανα, πάλαι ποτέ, ιταλικών αποικιοκρατικών ημερών στο Αιγαίο και κάποια νεοκλασικά κτίρια που σώθηκαν από τον πυρετό της σύγχρονης «αξιοποίησης». Ακόμα και τα πλεούμενα που κάθονται αναπαυτικά  στους μόλους ταξιδεύουν σε μοντέρνους καιρούς. Τώρα κυριαρχούν πλέον τα κότερα, τα ταχύπλοα, τα πλαστικά σκάφη.                                                                                               

Κάπου-κάπου, ανάμεσα τους, λικνίζονται ξεχασμένα μερικά ξυλίτικα σκαριά, αχταρμάδες, καραβόσκαρα. Κάποια απ’ αυτά τα σκαριά μπορεί να «γεννήθηκαν» στο Λαφάσι πριν πολλά χρόνια και να πρωτοέδεσαν στους μόλους ενός άλλου λιμανιού.                                                                      

  Αντικρίζοντάς τα, παλιά κτίρια και πλεούμενα, το ελατήριο του χρόνου εκτινάσσεται αυτόματα και στέλλει τη θύμηση  σε κάποιες άλλες εποχές. Κι είναι ελκυστικό να γυρίζεις το χρόνο πίσω, πάνω από μισό αιώνα και να θυμάσαι την πόλη σου όπως τότε που τη πρωτογνώρισες παιδί. Μια πόλη διχασμένη ανάμεσα στη χαρά και τη θλίψη, στα πανηγύρια για τη λευτεριά και την ερήμωση από τις καταστροφές του πολέμου.                                                                                                      Γιατί η Πόθια, εκείνη την εποχή, είχε όψη περίπου έρημης πολιτείας. Έβγαινε από τη λαίλαπα του πολέμου με τα μισά σπίτια της προκυμαίας βομβαρδισμένα και το λιμάνι της αδειανό από καΐκια.  Όταν το μεγάλο κύμα των προσφύγων από τη Γάζα άρχισε να επαναπατρίζεται , πόλη, προκυμαία και λιμάνι, άρχισαν να σφύζουν και πάλι απο ζωή.   

                                                                                                                      

       Ήταν τότε που και η δική μου οικογένεια, οι «χωριανοί», αφήσαμε πίσω μας, όχι χωρίς στενοχώρια και προβληματισμό, το πατρικό σπίτι στο Χωριό. Οι μεγάλοι έκαναν τους ψυχρούς υπολογισμούς τους: Πατέρας και μητέρα εκπαιδευτικοί, εμείς τα παιδιά όλοι μαθητές, τα περισσότερα σχολεία βρίσκονταν στην Πόθια, συγκοινωνιακά προβλήματα, με τις συνθήκες εκείνης της εποχής, αξεπέραστα. Η εσωτερική «μετανάστευση» ήταν μονόδρομος.                                                                                                   

Νοικιάσαμε ένα μεγάλο, παλιό, λιθόκτιστο σπίτι, με στέγη από πατελλιά1. Ήταν στα σύνορα των συνοικιών Ευαγγελίστριας και Αγίου Μάμμαντος, στον κεντρικό δρόμο που ένωνε τις δύο συνοικίες. Το σπίτι αυτό ήταν ακριβώς στο σημείο που θεωρήθηκε ότι χώριζε τις δύο ενορίες και κατά κάποιο τρόπο είχαμε ευχέρεια …..επιλογής. Προτιμήσαμε την Ευαγγελίστρια γιατί ήταν πιο κοντά αλλά και γιατί, ως μικρή ενορία, είχε μικρό εκκλησίασμα και κινδύνευε να κλείσει. Άλλωστε τα ακριβή όρια των ενοριών ενδιέφεραν περισσότερο τους ιερείς παρά τους ταχυδρόμους. Εκείνοι ήταν που ήθελαν να ξέρουν, για ευνόητους λόγους, τα όρια της εκκλησιαστικής επικράτειάς τους, άρα και του ποιμνίου τους. Κατά περίεργη σύμπτωση, ενώ κατά τη διάρκεια της ζωής μου

άλλαξα πολλές ενορίες της πόλης, βρέθηκε και σήμερα να κατοικώ σε……. συγκεχυμένα  ενοριακά σύνορα.

Οι αναμνήσεις εκείνης της εποχής ξανάρχονται στο νου ανάκατες, φορτωμένες με αντιθέσεις: Άλλες ζωηρές και άλλες αμυδρές, άλλες  χαρούμενα νοσταλγικές και άλλες, οι πιο πολλές,  με γεύση στέρησης και πίκρας. Ένα μικρό χρονικό, άνισα χαραγμένο, στη μνήμη ενός δεκάχρονου παιδιού, ενός «μέτοικου».                                                                                                   

 Ήταν πρώτα-πρώτα το μακρύ πανηγύρι του καλωσορίσματος  της λευτεριάς : Παρελάσεις, σχολικές γιορτές,  πατριωτικά ποιήματα, τραγούδια, υποδοχές, ατελείωτες υποδοχές. Έφτασαν πρώτοι οι Ιερολοχίτες, ακολούθησαν Εγγλέζοι, Μπιεμέδες, Σκεύος Ζερβός, εξόριστοι από την Ελλάδα, Στρατιωτική Διοίκηση,  Χωροφύλακες, κρατικοί υπάλληλοι «εξ Ελλάδος» και τέλος το Μάρτη του 1948 οι Βασιλιάδες με την Ενσωμάτωση.

Ήταν όμως και τα χρόνια μιας δύσκολης και στερημένης ζωής. Η Πόθια, μια πόλη με ανοικτές τις πληγές της από τη φοβερή λαίλαπα του πολέμου, προσπαθούσε και πάλι να τις κλείσει και να ορθοποδήσει.

Τα σπίτια, τα περισσότερα, χωρίς φως, νερό και με τις τουαλέτες, όπου υπήρχαν, σε πρωτόγονη κατάσταση, έξω στην αυλή. Λίγο μετά άρχισαν να μπαίνουν «τα ηλεκτρικά» αλλά έσβηναν στις 10 το βράδυ και οι λάμπες πετρελαίου εξακολουθούσαν να είναι «η χρυσή παρηγοριά της νύχτας». Ιδιαίτερα για μας τα μαθητάρια που οι επαναλήψεις στις γραφτές εξετάσεις του Φεβρουαρίου και του Ιουνίου τραβούσαν σε μάκρος μέχρι τα μεσάνυχτα.                                                                                                              

 Τα δώματα από «πατελλιά» παρά τα διάφορα γιατροσόφια άντεχαν, το πολύ, μέχρι το Γενάρη. Από κει και πέρα κάθε μπουρίνι προκαλούσε δέος αφού ο «σταλαός2» συνέχιζε εκνευριστικά ακάθεκτος να γεμίζει σκουτέλλες, σε διάφορα σημεία του σπιτιού, τουλάχιστον δύο μερόνυχτα μετά τη μπόρα.

Οι δρόμοι χωμάτινοι και σε κάποια σημεία «ταρατσωμένοι» είχαν, εκτός από τα «αγαθά» της λασπουριάς και κάποιο πλεονέκτημα για μας τους πιτσιρικάδες. Διευκόλυναν, τις βροχερές μέρες του χειμώνα, ένα αγαπημένο παιχνίδι που παίζονταν με μια μεγάλη πρόκα ή καμιά παλιά, άχρηστη λίμα, τον «καρφωτό». Πλακόστρωτοι, από τους Ιταλούς, ήταν μόνο ο κεντρικός δρόμος από το Χριστό μέχρι το σταθμό αυτοκινήτων και του Θεολόγου από την προκυμαία μέχρι το «Πέρα Σχολείο».

Το νερό ήταν κάπως πληθερό μόνο για τους τυχερούς που είχαν στέρνες. Οι υπόλοιποι βολεύονταν με τα πηγάδια και τις «λαΐνες». Στη γειτονιά μου, μια από τις πιο πολυάνθρωπες της Πόθιας, τον Άη-Μάμμα, το μεγάλο πηγάδι του «Παπαβασίλη» ήταν μια κάποια λύση στο τεράστιο πρόβλημα του νερού. Μόνο που μοίραζε αφειδώς μαζί με τη δροσιά του νερού και τον τύφο, ιδιαίτερα στον παιδικό πληθυσμό της περιοχής. Τα πράγματα καλυτέρεψαν αρχές της δεκαετίας του ’50 όταν έγινε το πρώτο υδρευτικό δίκτυο στην πόλη με δημόσιες βρύσες σε κάθε γειτονιά.

Τα πρώτα μαθητικά χρόνια στο «Παρθεναγωγείο» και τα άλλα σχολειά άφησαν μνήμες τυπωμένες  με τα πιο άλικα, ανεξίτηλα χρώματα. Παιδιά του πολέμου, της κατοχής και της πείνας, καθυστερημένα δεκαπεντάχρονα ή σαστισμένα εξάχρονα, πλημμύριζαν τις αίθουσές τους με όλα τα κατάλοιπα της φοβερής λαίλαπας  που αφήναμε πίσω μας : μάτια κόκκινα από τραχώματα, πρησμένους αδένες από την ασιτία, ρούχα μπαλωμένα και μεταποιημένα της UNRA , κεφάλια κουρεμένα «γουλί» από το φόβο της ψείρας και του «τριχοφά»3, πόδια ξυπόλυτα μελανιασμένα από το χειμωνιάτικο ψιλόβροχο ή, στην καλύτερη περίπτωση, μέσα σε χοντροπάπουτσα, με σόλες από λάστιχα αυτοκινήτων.  

Ο πάνινος φύλακας περιείχε κάνα δυο τετράδια, το Αναγνωστικό, το μολύβι, το μελανοδοχείο και κάτι πιο πολύτιμο απ’ όλα αυτά : το κατσαρόλι για το γάλα του συσσιτίου! Ο «Επισιτισμός» στο σχολείο πρόσφερε, συνήθως στο μεγάλο διάλειμμα, σταφιδόψωμο, ένα κομματάκι κίτρινο τυρί, γάλα σκόνη βρασμένο με κακάο και κείνη την υποχρεωτική- με απειλή αποκλεισμού από το συσσίτιο για τους δύστροπους- απαίσια αμπούλα με το μουρουνέλαιο.  Είχαμε όμως και τα ωραία μας, τις ευχάριστες στιγμές, για μικρούς και μεγάλους.

Κάθε Ιούνιο και αφού οι καθιερωμένες, τότε, γραφτές εξετάσεις έφταναν στο τέλος, παίρναμε το «ενδεικτικό» μας με τραγούδια και ποιήματα. Πολλές φορές ο τίτλος έφτανε στα χέρια μας, μετά τη σχολική γιορτή, με τα συναισθήματα να ποικίλουν. Χαρά και ικανοποίηση για τα δεκάρια, προβληματισμός και κατήφεια για τα εφταράκια και τα οκταράκια.

Ούτως ή άλλως, στο τέλος, όλοι φεύγαμε ευχαριστημένοι από την τελευταία αυτή σχολική συνάντηση. Το καλοκαιράκι άρχιζε και επίσημα, τα πρώτα μπάνια ξεκινούσαν και η αναχώρηση για τα «μπροστά» ήταν θέμα λίγων ημερών.                                                                                                                  

   Όσοι είχαν εξοχικά σπιτάκια βολεύονταν μετά το πρόχειρο άσπρισμα με τον ασβέστη και το «τζιάρμισμα4». Κάποιοι άλλοι είχαν το χωραφάκι τους ή την «ελιά» τους, συνήθως μέσα σε ξένο κτήμα. Εκεί έστηναν την καλύβα τους και στον ίσκιο της γίνονταν το ξεκαλοκαίριασμα, μακριά από το καμίνι της Πόθιας. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το κατακαλόκαιρο, η θέα της κοιλάδας των «Ελιών» από τις «Ραφές», με τις εκατοντάδες πολύχρωμες καλύβες σε πλήρη ανάπτυξη να την πλημμυρίζουν, ήταν εντυπωσιακή. Ήταν τόσες πολλές οι καλύβες και οι καπνοί από τις «παρατσές5» ώστε νόμιζες ότι βρισκόσουν μπροστά σε στρατιωτικό σύνταγμα υπαίθρια στρατοπεδευμένο.

Το καλοκαίρι ήταν περίοδος υπερεργασίας και για τα λιγοστά αυτοκίνητα με τους «σωφερέους» τους : Το «Αrdita» του Μεϊμάρη, το «Chevrolet» της «Συμπεθέρας», το FORD του Νικήτα του Τεζάρη, η «ραμόνα» του Ξυπολυτά -που λέγανε ότι ήταν το αυτοκίνητο του DE VECI- και δύο-τρία ακόμα. Κατέφθαναν μέσα σε σύννεφα από σκόνη στην πλατεία των Ελιών όπου συνήθως ήταν το τέρμα.  Μια ή δυο φορές τη βδομάδα που κατέβαινε ο πατέρας στην Πόθια για δουλειές και για τρόφιμα, τον περιμέναμε καθισμένοι στον ίσκιο μιας μεγάλης ελιάς, γύρω στο μεσημεράκι. Για κάθε αυτοκίνητο που έφτανε σήμαινε συναγερμός. Το περικυκλώναμε για να δούμε τους επιβάτες. Κάποια στιγμή η αναμονή έπαιρνε τέλος και η κατανομή των γομαριών γινόταν ανά ηλικία και σωματική δύναμη. Ο δρόμος μέχρι τα «Έξω Χωράφια» ήταν ανηφορικός, δύσβατος και αρκετός. Συνήθως το «πόζεμα6» γινόταν σε ορισμένο σημείο, στο διάσελο του «Λεβέντη» μόλις αντικρίζαμε τη μαβιά θάλασσα του Πλατύ-γιαλού. Όσους πρόδιναν οι σωματικές δυνάμεις και δεν πρόφταναν με μια νεμοστελλιά7 να φτάσουν μέχρις εκεί, τους περίμενε η σχετική περιφρονητική καζούρα.

Αρχές του Ιούλη έφταναν από τη Ρόδο και τα δύο μου ξαδέλφια με τον αέρα των πρωτευουσιάνων. Τους περίμενα όμως με αγωνία και για ένα άλλο σημαντικό λόγο. Έφερναν μαζί τους, κρυφά, μια χαρτόκουτα γεμάτη περιοδικά, ένα σωστό θησαυρό :«Μάσκα», «Ζορό» και «Μικρό Ήρωα». Περιοδικά, « ακατάλληλα για ανηλίκους» και απαγορευμένα για μας. Απολαμβάναμε τα κατορθώματα του «Ζορό», του «άγνωστου Χ» ή του «Άγιου», λαθραία, κρύβοντάς τα φύλλα τους κάτω από τη «Ζωή του Παιδιού» ή κάποιο βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα, δανεικό από τη Σχολική Βιβλιοθήκη.

Το μεσημέρι το «κλούμπος»8 στον Πλατύ-γιαλό ήταν κατά βούληση παρέα με το μέγα πλήθος γαϊδουριών και μουλαριών που κουβαλούσαν άμμο για τις οικοδομές.  Κολλητοί μας, τα «Πιλατάκια», που έρχονταν από τα λινάρια. Οι δύο απ’ αυτούς, από την πολυμελή οικογένεια του Παπά-Πιλάτου, ήταν και εφευρέτες. Είχαν επινοήσει ένα πρωτόγονο ψαροντούφεκο με καρέλι, λάστιχα από σαμπρέλλα και μια βελόνα φτιαγμένη στο γύφτο. Στα μάτια μας φάνταζαν υπεράνθρωποι γιατί με αυτό το πρωτόγονο μέσο, μια μεγάλη αρμαθιά από σκάρους, σαργούς και σάρπες, όδευε το απομεσήμερο προς τα Λινάρια. Κάπου-κάπου μάλιστα παίρναμε κι εμείς, οι πιστοί ακόλουθοι, βοηθοί και μαθητές τους, το μερίδιο μας.

Το βράδυ, μόλις άναβε το λουξ, καθισμένοι στην αυλή, περιμέναμε την γιαγιά-Μαρία, να γυρίσει από το συκοΐρι.   Άρχιζαν οι ιστορίες από τον καιρό «των Τουρκών». Κυριολεκτικά κρεμόμασταν από τα χείλη της. Διηγήσεις για κοντραμπατζήδες, για τον Αλέξη που σκότωσαν οι ζαπτιέδες9 στην Τέλεντο, γι’ αυτούς που έφταναν τη νύχτα μέχρι τα «Έξω Χωράφια» και έκρυβαν τα μπαρουτόβολα και τα μουσκέτα10 σε θυρίες στους ξερότοιχους και σε κρυψώνες, κοντά στ’ αλώνια, για να μην τα βρουν οι ζαπτιέδες.

 Τα μεγάλα πανηγύρια, ορόσημα, ήταν βέβαια του Ἀη-Παντελέμονα  και της Παναγιάς. Η εορτή του Προφήτη Ηλία είχε όμως, για μας, σημαντική ημερολογιακή σημασία. Σήμαινε συναγερμό! Άρχιζε το ψάξιμο για τις πρώτες γιαλλιστερές ρώγες του μοσχάτου και για τους πρώτους «φουσσίτες11» που άρχιζαν να μαλακώνουν. Δεν παραλείπαμε όμως να ψάχνουμε με προσοχή, υπό το φόβο φιδιών και σκορπιών, κάθε θυρία σε τοίχο που βρίσκαμε μπροστά μας και κάθε μικρή σπηλιά. Μπας και ανακαλύψουμε, κρυμμένο, κανένα κοντραμπατζίδικο μουσκέτο ή τίποτα μπαρουτόβολα από την εποχή «των Τουρκών».

Οι εσπερινοί των πανηγυριών συγκέντρωναν το καλοκαιρινό ξέδομα και το εφηβικό ερωτικό αλισιβερίσι, αν και αυτό το τελευταίο είχε και άλλες μορφές εκδήλωσης : πισπερίσματα, νυκτερινές καντάδες, βαρκάδες, πυροφάνια.

Ήταν βέβαια και η «πίστα» των Ελιών με το Ζουλουφό, τους Γουρλάδες και κάπου-κάπου το μέγα γεγονός της άφιξης της Κάκιας Μένδρη.

Ούτως ή άλλως ο ευχάριστος χρόνος κυλούσε πάντα γρήγορα και το αξεπέραστο ορόσημο του τέλους του καλοκαιριού έφτανε απρόσμενα γρήγορα. Η εορτή του «Τίμιου Σταυρού» και «του Ἀη-Νικήτα» δεν σήμαινε μόνο την επάνοδο στην Πόθια  και το σχολείο αλλά και την άφιξη των σφουγγαράδικων από την Αφρική.                                                                                                                  

 Οι καφενέδες και οι ταβέρνες πλημμύριζαν ξανά από το βόμβο των μεροκαματιάρηδων της θάλασσας. Το αλισιβερίσι για την καλή πούληση του καλοκαιρινού μόχθου έδινε κι’ έπαιρνε και στις αποθήκες αντηχούσε το πασίγνωστο μεταλλικό πλατάγιασμα των σφουγγαράδικων ψαλιδιών. Στους «πούντους» αντίκριζες τη γνωστή εικόνα των ανθρώπων με τα γυρισμένα ως το γόνατο παντελόνια, να πατούν και να ξεβγάζουν τα σφουγγάρια, στα μισοβάρελα και τις «βούτθες12». Ακόμα στην Πλατεία άρχιζε, εδώ και κει, το άπλωμα στον ήλιο των σφουγγαράδικων παρτίδων διευκολύνοντας τις εκτιμήσεις τους από τους σπογγεμπόρους.

Για ένα δωδεκάχρονο, όπως εγώ, η προσαρμογή ξανά στη σχολική πραγματικότητα και μάλιστα σε καινούργιο σχολικό περιβάλλον, όπως αυτό του Γυμνασίου, ήταν λίγο δύσκολη. Σημαντική παρηγοριά το υπόλοιπο του Σεπτέμβρη, που σου έδινε τη ψευδαίσθηση της καλοκαιρινής συνέχειας. Βοηθούσαν σ’ αυτό οι ζεστές καιρικές συνθήκες, τα κάποια κλεφτά μπάνια στα Κασόνια και το «Αγγελικώ» του Κουρούνη.

Το Π/Κ «Αγγελικώ», έφτανε το απομεσήμερο από την Κω και ξεμπαρκάριζε ανθρώπους, καρπούζια, καφάσια από βεργάκι και τα αγαπημένα μου «κώτικα» σταφύλια. Τα σταφύλια της Κω ήταν όψιμα, σε σχέση με τα δικά μας και κρατούσαν μέχρι το μισό Οκτώβρη.

Το «Αγγελικώ» του Κουρούνη, εκείνη την εποχή, δεν ήταν μόνο η πλωτή γέφυρα μεταξύ Κω και Καλύμνου ήταν και κάτι σαν το σημερινό ΕΚΑΒ που μετέφερνε, κυρίως όσους είχαν ανάγκη χειρουργείου, στην κλινική του Πέρου. Η Κάλυμνος είχε ανέκαθεν καλούς γιατρούς. Όμως η άφιξη και η εγκατάσταση στην Κω, πριν ακόμα τελειώσει καλά-καλά ο πόλεμος, του χειρουργού Θεόφιλου Πέρου  υπήρξε σωτήρια για τα δικά μας μέρη, τα φτωχά και τόσο απομακρυσμένα από την Αθήνα. Γρήγορα ο νέος γιατρός με το νευρώδες κορμί, το πανέξυπνο διεισδυτικό βλέμμα, και την βαθειά αγάπη προς τον πάσχοντα, απόχτησε φήμη θαυματουργού χειρουργού. Η κλινική του θα μείνει για δεκαετίες το μεγάλο θεραπευτικό κέντρο όχι μόνο για Κω και Κάλυμνο αλλά και για τα κοντινά  και πιο απομακρυσμένα, γύρω, νησιά. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι εκείνα τα δύσκολα χρόνια, ως προς τη ζωή και την υγεία μας, έμειναν στη μνήμη όλων μας ως «εποχή Πέρου».

Η μονότονη χειμερινή ζωή είχε και τις πολιτιστικές της ανάπαυλες.

Ήταν τα θέατρα που ανέβαζε, στο αλησμόνητο «Ταπητουργείο», κυρίως ο Γυμνασιάρχης Γιώργης Κουκούλης με μαθήτριες και μαθητές αλλά και μεγάλους, κυρίως δασκάλους και υπαλλήλους, ως ηθοποιούς. Ήταν και κάποιες χοροεσπερίδες που γινόντουσαν από συλλόγους. Ακόμα και το Αναγνωστήριο έκανε την ετήσια χοροεσπερίδα του.

Σημαντική θέση στην καθημερινή ζωή είχαν και τα πισπερίσματα, με γείτονες και γειτόνισσες, πότε στο ένα κατώι και πότε στο άλλο. Εκεί, μετά από μια κοπιαστική μέρα, πλησίαζαν κοντά οι άνθρωποι, οι γείτονες, οι φίλοι. Μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες τους, τα προβλήματα και τα μουχουρτικά13 τους και συζητιούνταν όλα τα γεγονότα: Πολιτικά, οικογενειακά, της δουλειάς, της γειτονιάς, δικά τους και ξένα. Έδιναν κι’ έπαιρναν, ακόμα, οι προξενιές και τα κουτσομπολιά. Πολλές φορές το πισπέρισμα έκλεβε τη δόξα και αυτού τούτου του καφενέ, του καθιερωμένου χώρου για να κλείνονται δουλειές. Μια  βραδιά σ’ ένα κατώι, ανάμεσα σ’ ένα πισπέρισμα, μπορούσε να κλείσει μια σφουγγαροδουλειά ή ένα τσουρμάρισμα14.

Ακόμα και η αθλητική κίνηση, σχολική και εξωσχολική, είχε αρχίσει να γνωρίζει άνθιση σε ένα νησί που μόλις έβγαινε από ένα εξουθενωτικό και καταστρεπτικό πόλεμο.

Όλη η νεανική ορμή, σχολική και εξωσχολική, στίβου και ποδοσφαιρική, συγκεντρώνονταν σε ένα υποτυπώδες γήπεδο που δεν είχε καν κανονικές διαστάσεις. Ήταν αυτό της Ανάστασης, εκεί που είναι σήμερα το 5ο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο χρησίμευε και για χώρος διαλείμματος του Γυμνασίου Θηλέων.

Εκτός από τις σχολικές γυμναστικές επιδείξεις και τους αγώνες, οι αθλητές των Γυμνασίων της Καλύμνου σημείωναν μεγάλες επιτυχίες και στους  πανδωδεκανησιακούς αγώνες που γίνονταν στη Ρόδο. Είχαμε ακόμα και το ποδόσφαιρό μας, τις ομάδες μας, τον «Καζώνη» και τον «Ποσειδώνα». Έδιναν ποδοσφαιρικούς αγώνες μπροστά σε πολύ κόσμο που τους παρακολουθούσε όρθιος, τα απογεύματα των Κυριακών. Θυμούμαι χαρακτηριστικά πως όταν έφευγε εκτός γηπέδου η μοναδική μπάλα, από καμιά στραβοκλωτσιά, προς την άσπα που ήταν δυτικά,  μέχρι να επανέλθει σταματούσε ο αγώνας και πέντε λεπτά πολλές φορές.

Η «Φανταρία» ήταν ένας ακάλυπτος χώρος αρκετά μεγάλος, τότε,  κλεισμένος από κουμούλες και παλιά κτίρια, απέναντι από τη σημερινή Εθνική Τράπεζα. Είχε το πλεονέκτημα να είναι το μοναδικό, ελεύθερο μέρος, δίπλα στη πλατεία κι εκεί γινόντουσαν κάποιες προεκλογικές συγκεντρώσεις. Δύο τρεις φορές έγιναν και αγώνες πάλης. Στη Φανταρία είχαμε την ανεπανάληπτη ευκαιρία, ως πιτσιρικάδες, να αντικρύσουμε από κοντά και τον περίφημο «Καρπόζηλο» που έδωσε ένα αγώνα «ελευθέρας πάλης».

Ήταν προχωρημένος πια Νοέμβρης, το 1950, ως νέο γυμνασιόπαιδο είχα αρχίσει να συνηθίζω το καινούργιο μου σχολείο το Νικηφόρειο και το πηλήκιο με την κουκουβάγια, όταν κυκλοφόρησε μια σημαντική είδηση. Θα έρχονταν από την Πόλη και το Πατριαρχείο νέος Δεσπότης, ο Ισίδωρος. Έφτασε στην Κάλυμνο από τη Λέρο την τελευταία μέρα του χρόνου 31 Δεκεμβρίου. Μπορεί τα σχολεία να  ήταν κλειστά, λόγω Χριστουγέννων, αλλά όλοι οι μαθητές ειδοποιηθήκαμε να παραστούμε στην υποδοχή. Είχαμε παραταχθεί στο κορδόνι της Δημαρχίας αναμένοντας την άφιξη του «Σοφιανούλα» που εκτελούσε τότε την ενδοδωδεκανησιακή συγκοινωνία. Κάποια στιγμή το πλοίο φάνηκε από τον «Πριώνα» και σε λίγο πλεύρισε στην αποβάθρα για να κατεβεί ο νέος Μητροπολίτης. Τον συνόδευαν οι αρχές και ο Γυμνασιάρχης μας ο αείμνηστος Δρόσος Κωλέττης. Η τελετή της ενθρόνισης έγινε στο Χριστό και για πρώτη φορά ακούστηκε από τα χείλη του, μέσα σε γενική συγκίνηση, η ευχή την οποία θα επαναλάμβανε συνεχώς, επί 32 χρόνια, σε κάθε λειτουργία που χοροστατούσε ο μακαριστός Μητροπολίτης: Υπέρ υγείας «της ευλογημένης συντεχνίας των σφουγγαράδων».

Τον πρώτο μετά την απελευθέρωση Μητροπολίτη της επαρχίας μας οι Καλύμνιοι υποδέχτηκαν με θερμές εκδηλώσεις αγάπης και ελπίδας αλλά και με κάποια επιφύλαξη. Τα γεγονότα του ’35 ήταν σχετικά πρόσφατα και ένας από τους κύριους υπαίτιους εθεωρείτο ο τέως Μητροπολίτης Απόστολος Καβακόπουλος. Από τους πρώτους όμως μήνες της Αρχιερατείας του ο νέος Ποιμενάρχης με την ήρεμη ασκητική φυσιογνωμία, το συνεχές χαμόγελο και το ανεπιτήδευτο πλησίασμα του απλού κόσμου, έδωσε καλά δείγματα γραφής και κέρδισε εύκολα την αγάπη και την συμπάθεια του κόσμου. Το ταραχώδες εκκλησιαστικό παρελθόν της Καλύμνου ερίπτετο πλέον στη λήθη και τις σελίδες της ιστορίας.

Δεν υπήρξε ακύμαντος και η μακρά αρχιερατεία του μακαριστού Ισιδώρου. Διέθετε όμως, αποδεδειγμένα, καλοσύνη και ανεξικακία, αγάπη προς τους πάσχοντες, φιλάνθρωπα αισθήματα, αφιλοχρηματία και μεγάλη καρδιά. Χάρη σ’ αυτά τα προσόντα κατόρθωνε, κάθε φορά, να υπερνικά τις αναφυόμενες δυσκολίες. Γι’ αυτό όταν κοιμήθηκε θρηνήθηκε ειλικρινά από το σύνολο του λαού.

Νομίζω ότι εκείνα τα χρόνια η σημαντικότερη περίοδος για το νησί, αλλά και για μας τους μικρούς, ήταν η σαρακοστή και το Πάσχα.                                            

 Η οικονομία του τόπου, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στηρίζονταν κυρίως στο σφουγγάρι. Υπήρχαν βέβαια τα καράβια και τα εμβάσματα από Αμερική και Αυστραλία αλλά το σφουγγάρι είχε ακόμα το πρώτο λόγο.

Με το τελείωμα της Αποκριάς άρχιζαν και οι ετοιμασίες. Το «Λαφάσι» αλλά και τα «Κασόνια», που προσωρινά γίνονταν για 2-3 μήνες καρνάγιο, είχαν τις τιμητικές τους. Τα σκάφη έπρεπε να επισκευαστούν, να καλαφατιστούν, να μπογιατιστούν και φρέσκα και ανανεωμένα να ετοιμαστούν για το μεγάλο ταξίδι της Μπαρμπαριάς.

Ταυτόχρονα άρχιζαν και οι υπόλοιπες ετοιμασίες. Ποιο δύσκολη, ψυχοφθόρα και ατελείωτη, η εξεύρεση και το κλείσιμο των πληρωμάτων. Το τηλεγραφείο καταλαμβανόταν από τους πλοιάρχους και τους ξεκινητές. Τα τηλεγραφήματα και οι τηλεγραφικές επιταγές έδιναν κι’ έπαιρναν γιατί πολλοί δύτες ήταν από τα γύρω νησιά Σύμη, Χάλκη, Καστελλόριζο. Έπρεπε να τους σταλεί το ανάλογο χρηματικό δέλεαρ, τα πλάτικα15, για να αποφασίσουν να ξαναδούν  την Κάλυμνο και το τσουρμάρισμα.  

Λίγο πολύ όμως οι σφουγγαροδουλειές, τα θύματα της μηχανής, η διάθεση των παρτίδων, οι άδειες της Λυβύης, ήταν δουλειές των μεγάλων, της Δημαρχίας, των πολιτικών, των ξεκινητών και των καπετανέων.                          

Για μας τους μικρούς μαθητές έμειναν ζωηρά στη μνήμη οι επισκέψεις και οι υποδοχές κάποιων αξιωματούχων «εξ Ελλάδος», στην ελεύθερη πλέον Κάλυμνο. Έρχονταν για να λύσουν, επί τόπου, κυρίως τα πολλαπλά προβλήματα της σπογγαλιείας.

 Νομίζω ότι πρώτη επίσκεψη πολιτικού εκείνη την εποχή ήταν του υπουργού οικονομικών Δημητρίου Χέλμη. Μου έμεινε στη μνήμη γιατί ο υπουργός, άψογα ντυμένος, φορούσε γυαλάκι στο ένα μάτι. Μας είπαν ότι λεγόταν «μονόκλ».  Ήταν κάτι εντυπωσιακό που πρώτη φορά βλέπαμε.

Αξέχαστη παιδική ανάμνηση στάθηκε όμως η ανεπανάληπτη υποδοχή που επεφύλαξε το νησί στο Νικόλαο Πλαστήρα, ως πρωθυπουργό, το 1952. Η Κάλυμνος είχε ανέκαθεν ιδιαίτερους δεσμούς με το «μαύρο καβαλάρη» του ελληνικού λαού. Όλο το νησί είχε συγκεντρωθεί στην προκυμαία και μόλις εμφανίστηκε η γνωστή, λιγνή, ασκητική, πανύψηλη σιλουέτα του, η ρυθμική ιαχή «Πλαστήρας, Πλαστήρας» αντηχούσε μέχρι που εξαφανίστηκε στο βάθος της εκκλησίας του Χριστού για την καθιερωμένη δοξολογία.

Ο ερχομός του Μάρτη με τη Σαρακοστή σήμαινε συναγερμό όχι μόνο για τις   σφουγγαροδουλειές αλλά και για μας τα παιδιά. Δεν ήταν μόνο ο καιρός που γλύκαινε, δεν ήταν οι μέρες που μεγάλωναν, δεν ήταν τα περιβόλια και οι γλάστρες των σπιτιών που πρόβαραν τα καλά τους, ήταν και οι «μάρτηδες16» που άρχιζαν να στολίζουν τα μπρατσάκια μας. Σημάδι πως κάτι μεγάλο και σημαντικό θα έφτανε σε λίγο καιρό. Μια μεγάλη γιορτή που άξιζε τόσες πολλές μέρες προετοιμασία, η Λαμπρή.

Οι ετοιμασίες άρχιζαν από τα σπίτια και τις αυλές. Τα σπρισίματα, τα συγυρίσματα, μαζί με τους «υπερμάχους» και τους «τινάμεους17» ήταν η πρόγευση. Όταν πλησίαζαν οι πρώτες «νύχτες18» έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους και οι πρώτες μάντρες με τα λαμπριάτικα αρνιά. Ο χασάπης τα λαλούσε και το κοπελομάντρι ακολουθούσε. Σε ορισμένα σημεία, κεντρικά, οι μάντρα σταματούσε και άρχιζαν οι πρώτες ανιχνεύσεις από τις υποψήφιες πελάτισσες με την έντονη παρουσία των άμεσα ενδιαφερομένων νεαρών βλαστών τους. Έπρεπε να βρεθούν τα πιο «βαρβάτα» και τα πιο «καλομούτσουνα» αρνάκια, να αρέσουν στα παιδιά, να εκφέρουν την συμβουλευτική γνώμη τους και τα γειτονόπουλα, να συμφωνηθεί η τιμή και να προχωρήσει η αγορά.

Όσο πιο πολλές οικογένειες αποφάσιζαν, πριν τη Μεγαλοβδομάδα, την αγορά του αρνιού τους, τόσο μια άλλη μάντρα, με έντονη παρουσία το απομεσήμερο, έκανε την θορυβώδη εμφάνισή της στη γειτονιά. Μετά το σχόλασμα, το γρήγορο φαί και το γρηγορότερο ψευτοδιάβασμα, ξεκινούσε το ομαδικό ανέβασμα στο Φλασκά ή στους Ποταμούς για το βοσκιό. Το κάθε παιδί λαλούσε και πρόσεχε το δικό του το αρνί και ο ανταγωνισμός δεν ήταν μόνο για το πιο όμορφο αλλά και το πιο μεγάλο και εντυπωσιακό, σε χρώματα, φουντί που στόλιζε το κούτελό του.

Με τον ερχομό της Μεγαλοβδομάδας άρχιζαν οι μεγάλοι μπελάδες του σπιτιού και της νοικοκυράς. Έπρεπε να γίνουν οι τελευταίες ετοιμασίες με κορυφαία διαδικασία τα κουλουράκια και τις αυγούλες. Το ζύμωμα και το πλάσιμο τους είχε αρκετή λάτρα, αναστατωνόταν όλη η κουζίνα και γι’ αυτό έπρεπε να τελειώνει μονομερής.  Η μεγάλη σκουτέλα στη μέση του τραπεζιού της κουζίνας γέμιζε και άδειαζε συνεχώς με καινούργιες δόσεις ζύμης.  Οι μαύρες λαμαρίνες πηγαινοέρχονταν από του Κυριαζή το φούρνο ενώ κάποιος έπρεπε να παραμένει μόνιμα κοντά στο φούρναρη για το νεπέτι19. Η κουζίνα ξανάβρισκε τη γιορτινή αναστάτωσή της από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου μέχρι νωρίς το απόγευμα. Η υποδοχή του σφαγμένου αρνιού και η διαδικασία της γέμισης και του μουουριού ήταν δουλειά των μεγάλων. Η δική μας φροντίδα και αγωνία ήταν να τυλιχτούν οι «μάρτηδες» με τη σωστή σειρά στ’ αυτιά του μουουριού, να μη γρουσουζέψει η Λαμπρή και να βγει καλοψημένο το πασχαλινό έδεσμα.

Οι μέρες τις λαμπρής είχαν και μια μεγάλη προσμονή. Εκτός από τη λαμπάδα και την αυγούλα, καμιά φορά η «νανά» ήταν περισσότερο γενναιόδωρη. Θυμάμαι το Πάσχα του ΄50, νομίζω, όταν φόρεσα για πρώτη φορά ολοκαίνουργια παπούτσια καμωμένα από τον Αλευροφά, παπουτσή με όνομα, δώρο της νανάς μου. Εκείνη τη χρονιά πρωτοφόρεσα και μακρύ παντελόνι με καινούργιο σακάκι ραμμένα στου Παπαντωνάκη.  Στην απογευματινή βόλτα της Μεγάλης Παρασκευής, στο κόρτε με τα κορίτσια, ανάμεσα στα υποκριτικά προσκυνήματα των επιταφίων, τις μυρωδιές από λιβάνια, ανθόνερα και «μπικαζανές παριζέτες20», φορώντας τα καινούργια μου, είχα, για πρώτη φορά, το αίσθημα του ξεχωριστού.

Κάποια στιγμή όλα τελείωναν για μικρούς και μεγάλους. Για τους μικρούς ξανάρχιζε το σχολείο, με τις εξετάσεις του Ιουνίου προ των πυλών. Για τους μεγάλους έφτανε η μέρα για το ξεκίνημα των συγκροτημάτων προς τις κουστέρες21 της Αφρικής. Όλο το νησί στο πόδι για τον αγιασμό και το κατευόδιο. Μια αξέχαστη εικόνα που μετά έγινε «σήμα κατατεθέν» της Καλύμνου, απαθανατισμένη από ξένα και ημεδαπά κινηματογραφικά συνεργεία, τότε, και τηλεοπτικά αργότερα.

Κάπως έτσι τελείωνε και ξανάρχιζε ο ετήσιος κύκλος ζωής, σε κείνα τα δύσκολα, πρώτα, μεταπελευθερωτικά χρόνια. Κάπως έτσι τελειώνει κι αυτό το μικρό χρονικό των παιδικών αναμνήσεων. Σαν έκθεση γραμμένη με πένα και μελάνι, σ’ ένα παλιό κιτρινισμένο τετράδιο, φυλαγμένο στον πάνινο «φύλακα» που κρέμεται ξεχασμένος στον τοίχο του παλιού μας σπιτιού.

Σεργιανίζοντας την Πόθια σήμερα, την προκυμαία, τις γειτονιές με τα στενά πλακόστρωτα πολύβουα δρομάκια, τους δύο κεντρικούς δρόμους που, στο αδιαχώρητό τους, συνωθούνται άνθρωποι, δίτροχα και τετράτροχα, αισθάνομαι τα τόξα της μνήμης, μισού και πλέον αιώνα, αγεφύρωτα.

Όλα αλλάζουν, κτίρια, δρόμοι, πλεούμενα και πρώτα-πρώτα οι άνθρωποι που κατοικούν τις πολιτείες.

Καμιά φορά απόβραδο φθινοπώρου, μετά από κάποιο ψιλοβρόχι, όταν ανάβουν τα πρώτα φώτα, καθισμένος κάπου στον έξω μόλο, μου αρέσει να βλέπω την Πόθια ν’ απλώνεται μπροστά μου ολοκάθαρη, πλυμένη απ’ τη βροχή. Τα πυκνοδομημένα Μαράσια της, το πολύχρωμο οικοδομικό χαλί της κοιλάδας της, να ανηφορίζει και να χάνεται στις υπώρειες του γεννησιμιού μου τόπου, του Χωριού μου. Σκέφτομαι πως δεν είναι κι’ άσχημα που μεγάλωσα σ’ αυτή τη πόλη, όσο κι’ αν άλλαξε και κάθε μέρα αλλάζει. Δεν είναι κι’ άσχημα, κάτι τέτοιες ώρες καθάριες, να φωλιάζεις το κεφάλι σου στην ποδιά της πόλης σου και να την θυμάσαι όπως ήτανε παλιά. Και κείνη, η γιαγιά Πόθια, να σου μουρμουρίζει παλιές ιστορίες, ψιχάλες από παραμύθια, όπως τότε που την πρωτογνώρισες παιδί…….

 

Κάλυμνος, Ιούλιος 2008.

 

 

Γλωσσάρι   

 

  1. Χώμα με αδιάβροχες ιδιότητες, λιλά χρώμα, που έμπαινε στις στέγες για προστασία από τη βροχή, κυρίως πάνω από στρώμα με φύκια.
  2. Το μέρος που έπεφτε το στάξιμο από το νερό της βροχής.
  3. Τριχόφυτο του κεφαλιού.
  4. Το σιγύρισμα.
  5. Πυροστιά
  6. Το ξεπέζεμα.
  7. Η προσπάθεια χωρίς ανάσα, ανάπαυλα.
  8. Το μπάνιο στη θάλασσα.
  9. Τούρκος χωροφύλακας.
  10. Παλιό εμπροσθογεμές όπλο.
  11. Αγουρωπά σύκα.
  12. Βυτίο, μισοβάρελλο για ξέπλυμα.
  13. Πιάτο φαγητό, προσφορά σε γείτονα, φίλο ή αναξιοπαθούντα.
  14. Ναυτολόγηση και συμμετοχή ως πλήρωμα.
  15.  Από το ιταλικό platica, προκαταβολή σε σφουγγαράδες ή δύτες.
  16.  Έγχρωμα νήματα μπλεγμένα στον καρπό του παιδιού μέσα στο μήνα Μάρτη.
  17. Η ακολουθία των εσπερινών της σαρακοστής.
  18. Οι νυχτερινές ακολουθίες κυρίως της Μ. Εβδομάδος.
  19.  Σειρά.
  20.  Βαριά αρώματα που έφερναν οι σφουγγαράδες κυρίως από Βεγγάζη.
  21.  Περιοχή ως αλιευτικό πεδίο.  

 

 

Γωνιές της Καλύμνου

agios Savvas.JPG

 

Η νέα μας έκδοση

Χρήστες - Εγγραφή